-
: ()? , . , - , . " . ". , . . , , . , - .
. - . , , , . , .
, " ", II:
" , , ".
.
, " ", II:
"... , , ; ..."
.
, " 17 ", 8:
". , -, ; 7, "" ; . , , ".
: . - "". , , , " ". . , , , . . " ", "" "". , . 15 .
1.
. 700 , 8 , 17 , 16 . 2 - 3 , 1 . 20 , 100 .
, . , , , ... . . .
2. (2200 ..)
3. 5 .. .

, - , . "" :
γαστήρ, γαστρός, .-. . γαστέρος ἡ 1) Hom., Soph., Arst., Plut.; 2) , Hom., Arst., Plut.; 3) (γαστρὶ φορβὰν ἀνύειν Soph.): γαστρὶ χαρίζεσθαι Xen. δουλεύειν Xen., Anth. , ; γαστέρι πενθῆσαί τινα Hom. -.; ἐν γαστρὸς ἀνάγκαις Aesch. ; 4) , (ἐγκρατὴς γαστρὸς καὶ πότου Xen.); 5) , : γαστέρι (γαστρὶ) φέρειν Hom., Plat. ἐν γαστρὶ ἔχειν Her. , ; 6) . , (γαστέρες αἰγῶν Hom.; ὀπτᾶν γαστέρα τινί Arph.).
"" 10 :
χείρ, χειρός ἡ (dat. χειρί, acc. χεῖρα; pl.: χεῖρες - . . χέρες, gen. χερῶν, dat. χερσί - . . χέρεσσι χείρεσ(σ)ι, acc. χεῖρας - . . χέρας, . χέρρας) 1) (. manus) , : χειρὸς ἔχειν τινά Hom. -. ; χειρὸς ἀνιστάναι τινά Hom. , -.; χειρὶ καταρρέζειν τινά Hom. -.; ἔπεσιν καὶ χερσὶν ἀρήξειν τινί Hom. -. , (. . ); χερσίν τε ποσίν τε καὶ σθένει Hom. , , . . ; τῇ χειρὶ χρῆσθαι Her. ; χειρῶν γεύσασθαι Hom. , . . ; ἐμβάλλειν χειρὸς πίστιν Soph. ; ἀπὸ χειρὸς λογίζεσθαι Arph., Luc. ; ἀπὸ χειρὸς μεγάλα ἐργάζεσθαι Luc. ; διὰ χειρὸς ἔχειν τι Soph., Thuc., Plut. -. , . -.; διὰ χερῶν εἰς χεῖρα λαβεῖν τι Soph. etc. () -. ; πρὸ χειρῶν φέρειν Soph., Eur. ; διὰ χειρὸς ἄγειν τὸν ἵππον Plut. ; μεμνῆσθαι καὶ διὰ χειρῶν χερὸς ἔχειν τι Plut. -.; εἰς χεῖρα γῇ συνάπτειν Eur. ; ἐς χεῖρας ἄγεσθαί τι Her. -.; εἰς χεῖρας ἐλθεῖν τινι Hom. -. , Aesch., Xen., Polyb. () -., Thuc., Xen. () -.; εἰς χεῖρας ἰέναι Thuc., Xen., Plut., συμμιγνύναι Xen., ἵεσθαι Plut., συνιέναι συνάπτειν Polyb. ; ἐν χερσὶν εἶναι Polyb., Plut. ; εἰς χεῖρας δέχεσθαι Xen. ; ἀνὰ χεῖρας ἔχειν τινά Polyb. -.; τὰ ἀνὰ χεῖρα πράγματα Plut. ; αἱ ἀνὰ χεῖρα τῶν ἰδιωτῶν ὁμιλίαι Sext. ; ἐκ χειρός Soph., Xen., Plut. - , , Polyb. , , . , , ; ἐκ τῶν χειρῶν ἀφιέναι τι Plut. -.; ἐν μετὰ χερσὶν ἔχειν τι Hom., Her., Thuc., Plat., Plut. -. , . () -.; ὁ ἐν χερσίν Plut., Sext. , , ; ὕδωρ κατὰ χειρός Arph. () ; πρὸς χειρός τινος ὀλέσθαι Aesch. -. ; πρὸς ἐμὴν χεῖρα Soph. ; διὰ χειρός τινος ἐν χειρί τινος NT -.; βαρείας χεῖρας ἐπιφέρειν ἐφιέναι τινί . Hom. -.; ὑπὸ χεῖρα Arst., Plut. , Plut. , ; 2) . βραχίων: πῆχυς χειρὸς δεξιτερῆς Hom. ; χ. μέση, ἀγκῶνος ἔνερθεν Hom. , ; ἄκρη (ἄκρα) χ. Hom., Xen., Plat. ; ἐν χερσί τινος πεσέειν Hom. -. ; 3) ( ) , Xen., Arst.; 4) , : ἐπ᾽ ἀριστερὰ χειρός Hom. (); λαιᾶς χειρός Aesch. ; ποτέρας τῆς χειρός; Eur. ?; 5) , : ἀπέχειν χεῖρας (χέρας) τινός Hom., Aesch. -.; ἐς χειρῶν νόμον ἀπικέσθαι Her. , ; ἐν χειρῶν νόμῳ Her., Thuc. ; ἐν χερσίν ἐν χεροῖν Thuc., Plut. ; ἡ μάχη ἐν χερσί Thuc. ; ἄρχειν ἀδίκων χειρῶν Xen. , ; διὰ τῆς ἐκ χειρὸς βίας Polyb. , ; οὐ κατὰ χεῖρά τινος ἀπολείπεσθαι Plut. -. ; 6) , (sc. Διός Hom.): ὑπὸ χεῖρα ποιεῖσθαι Xen. , ; ὑπὸ τὰς χεῖράς τινος πίπτειν Polyb. -.; ὁ ὑπὸ χεῖρα Dem. , ; 7) (), , Aesch., Thuc.: μεγάλη χ. πλήθεος Her. ; πολλῇ χειρί Eur. ; 8) (χ. σιδηρᾶ Thuc., Diod.); 9) (ὅπλον ἡ χ. καλουμένη Xen.); 10) , (γλαφυρὰ χ. Theocr.).
, "" " ", - , - . . , 15 . . . , . , , , , () . "" - . - . " . ". , : , , .
:
